Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Elm
01
φτελιά, ουλμός
a type of tall deciduous tree with rough serrated leaves
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
elms
02
φτελιά, ξύλο φτελιάς
hard tough wood of an elm tree; used for e.g. implements and furniture



























