Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to elevate
01
ανυψώνω, υψώνω
to lift or move something from a lower position to a higher one
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
elevate
γ΄ ενικό πρόσωπο
elevates
ενεστώτα μετοχή
elevating
απλός αόριστος
elevated
παθητική μετοχή
elevated
Παραδείγματα
He elevated the box onto the shelf.
Σήκωσε το κουτί στο ράφι.
02
ανυψώνω, προάγω
to raise someone or something to a higher rank or better position
Παραδείγματα
The board decided to elevate her to the position of Vice President due to her outstanding performance.
Το διοικητικό συμβούλιο αποφάσισε να ανυψώσει στη θέση της αντιπροέδρου λόγω της εξαιρετικής της απόδοσης.
03
ανυψώνω, εξυψώνω
to raise something in rank, status, or condition
Παραδείγματα
The award elevated his reputation in the field.
Το βραβείο ανέβασε τη φήμη του στον τομέα.
Λεξικό Δέντρο
elevated
elevation
elevator
elevate
elev



























