elementary
e
ˌɛ
e
le
li
men
ˈmɛn
men
tary
tri
tri

Ορισμός και σημασία του "elementary"στα αγγλικά

elementary
01

στοιχειώδης, απλός

not difficult to understand 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most elementary
συγκριτικός βαθμός
more elementary
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The instructions were elementary, making it easy for everyone to follow. 

Οι οδηγίες ήταν στοιχειώδεις, κάνοντας εύκολο για όλους να ακολουθήσουν.

02

στοιχειώδης, δημοτικός

related to the most basic level of education 
Παραδείγματα
The children were eager to start their first day of elementary school. 

Τα παιδιά ανυπομονούσαν να ξεκινήσουν την πρώτη τους μέρα στο δημοτικό σχολείο.

03

στοιχειώδης, βασικός

relating to basic and essential principles 
Παραδείγματα
The training focused on elementary safety procedures everyone must follow. 

Η εκπαίδευση επικεντρώθηκε στις στοιχειώδεις διαδικασίες ασφαλείας που πρέπει να ακολουθούν όλοι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store