elementary
Pronunciation
/ˌɛɫəˈmɛntɝɹi/, /ˌɛɫəˈmɛntɹi/, /ˌɛɫəˈmɛntʃɹi/

Ορισμός και σημασία του "elementary"στα αγγλικά

elementary
01

στοιχειώδης, απλός

not difficult to understand
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most elementary
συγκριτικός βαθμός
more elementary
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The math problem was elementary, so I finished it quickly.
Το μαθηματικό πρόβλημα ήταν στοιχειώδες, γι' αυτό το τελείωσα γρήγορα.
02

στοιχειώδης, δημοτικός

related to the most basic level of education
Παραδείγματα
Field trips to museums and zoos are common in elementary education to enhance learning experiences.
Οι εκδρομές σε μουσεία και ζωολογικούς κήπους είναι κοινές στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση για την ενίσχυση των εκπαιδευτικών εμπειριών.
03

στοιχειώδης, βασικός

relating to basic and essential principles
Παραδείγματα
Knowing your rights is an elementary part of being an informed citizen.
Η γνώση των δικαιωμάτων σας είναι ένα στοιχειώδες μέρος του να είσαι ενημερωμένος πολίτης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store