Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
elementary
/ˌɛɫəˈmɛntɝɹi/, /ˌɛɫəˈmɛntɹi/, /ˌɛɫəˈmɛntʃɹi/
elementary
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most elementary
συγκριτικός βαθμός
more elementary
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The math problem was elementary, so I finished it quickly.
Το μαθηματικό πρόβλημα ήταν στοιχειώδες, γι' αυτό το τελείωσα γρήγορα.
Παραδείγματα
Field trips to museums and zoos are common in elementary education to enhance learning experiences.
Οι εκδρομές σε μουσεία και ζωολογικούς κήπους είναι κοινές στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση για την ενίσχυση των εκπαιδευτικών εμπειριών.
Λεξικό Δέντρο
elementarily
elementary
elementar



























