Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to electrocute
01
ηλεκτροκόβω, ηλεκτρίζω
to kill or injure someone through electric shock
Transitive: to electrocute sb
Παραδείγματα
The worker was electrocuted when he accidentally touched a live wire.
Ο εργάτης ηλεκτροκοπήθηκε όταν άγγιξε κατά λάθος ένα ζωντανό καλώδιο.
02
εκτελώ με ηλεκτροπληξία, εκτελώ με ηλεκτρικό ρεύμα
to execute a criminal by using electricity
Transitive: to electrocute a criminal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
electrocute
γ΄ ενικό πρόσωπο
electrocutes
ενεστώτα μετοχή
electrocuting
απλός αόριστος
electrocuted
παθητική μετοχή
electrocuted
Παραδείγματα
In the early 20th century, the electric chair was introduced as a means to electrocute prisoners.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, η ηλεκτρική καρέκλα εισήχθη ως μέσο για να ηλεκτροκοπήσει τους κρατούμενους.
Λεξικό Δέντρο
electrocution
electrocute



























