electrical
e
ɪ
i
lect
ˈlɛkt
lekt
ri
ri
cal
kəl
kēl

Ορισμός και σημασία του "electrical"στα αγγλικά

electrical
01

ηλεκτρικός, ηλεκτρικός

producing or operating by electricity 
electrical definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
technology, energy, engineering
Παραδείγματα
He installed an electrical timer to control the outdoor lights. 

Εγκατέστησε ένα ηλεκτρικό χρονοδιακόπτη για να ελέγχει τους εξωτερικούς φωτισμούς.

02

ηλεκτρικός

relating to or concerned with electricity 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

electrically
electrical
electric
electr
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store