Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ejaculatory duct
01
σπερματικός πόρος, αποσπερματικός αγωγός
a short duct that connects the vas deferens and the urethra, serving as a conduit for seminal fluid during ejaculation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ejaculatory ducts



























