Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
egregious
01
εμφανής, σκανδαλώδης
bad in a noticeable and extreme way
Παραδείγματα
The egregious display of arrogance alienated him from his colleagues.
Η κακόφημη επίδειξη αλαζονείας τον αποξένωσε από τους συναδέλφους του.
Λεξικό Δέντρο
egregiously
egregious



























