egregious
eg
ˈɪg
ig
re
ri:
ri
gious
ʤəs
jēs
aegis

Ορισμός και σημασία του "egregious"στα αγγλικά

01

εμφανής, σκανδαλώδης

bad in a noticeable and extreme way 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most egregious
συγκριτικός βαθμός
more egregious
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, evaluation, morality
Παραδείγματα
Her egregious behavior at the party embarrassed everyone who attended. 

Η εξώφθαλμη συμπεριφορά της στο πάρτι ντρόπιασε όλους τους παρευρισκόμενους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

egregiously
egregious
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store