Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Egotism
01
εγωτισμός, αυτολατρεία
the tendency to talk or think excessively about oneself
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Mark's constant talk about his achievements was a clear sign of his egotism.
Η συνεχής συζήτηση του Μαρκ για τα επιτεύγματά του ήταν ένα σαφές σημάδι του εγωτισμού του.
02
εγωτισμός, ματαιοδοξία
an inflated feeling of pride in your superiority to others
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
egotism
egoism
ego



























