educator
Pronunciation
/ˈɛʤəˌkeɪtɚ/

Ορισμός και σημασία του "educator"στα αγγλικά

01

εκπαιδευτικός, δάσκαλος

someone whose job is to teach people
educator definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
educators
Παραδείγματα
The museum offers educational programs led by trained educators to engage visitors of all ages.
Το μουσείο προσφέρει εκπαιδευτικά προγράμματα που καθοδηγούνται από εκπαιδευμένους εκπαιδευτές για να εμπλέξουν επισκέπτες όλων των ηλικιών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store