educationist
e
ˌɛ
e
du
djʊ
dyoo
ca
ˈkeɪ
kei
tio
ʃə
shē
nist
nɪst
nist
educationalist

Ορισμός και σημασία του "educationist"στα αγγλικά

01

ειδικός στη θεωρία της εκπαίδευσης, εκπαιδευτικός

a specialist in the theory of education 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
educationists

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

educationist
education
educate
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store