edible fruit
e
ˈɛ
ε
di
ντα
ble
bəl
μπαλ
fruit
fru:t
φρουτ
/ˈɛdəbəl fɹˈuːt/

Ορισμός και σημασία του "edible fruit"στα αγγλικά

01

βρώσιμος καρπός, εδώδιμος καρπός

edible reproductive body of a seed plant especially one having sweet flesh
edible fruit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
edible fruits
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store