Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ecumenical
01
οικουμενικός, παγκόσμιος
of worldwide scope or applicability
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
οικουμενικός
relating to the unifying and integrating the Christian churches over the world



























