altercation
Pronunciation
/ˌɑɫtɝˈkeɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "altercation"στα αγγλικά

01

καβγάς, θορυβώδης διαμάχη

a noisy dispute
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
altercations
Παραδείγματα
The manager intervened to break up the altercation among the employees.
Ο διαχειριστής παρενέβη για να διαλύσει τη διαμάχη μεταξύ των υπαλλήλων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store