altercation
al
ˌɒl
ol
ter
tə
tē
ca
ˈkeɪ
kei
tion
ʃən
shēn
alterationalternation

Ορισμός και σημασία του "altercation"στα αγγλικά

01

καβγάς, θορυβώδης διαμάχη

a noisy dispute 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
altercations
Παραδείγματα
The altercation in the restaurant drew the attention of every diner. 

Η διαμάχη στο εστιατόριο τράβηξε την προσοχή όλων των πελατών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

altercation
altercate
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store