Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Earwax
01
κυψελίδα, κερί αφτιού
a soft yellow wax secreted by glands in the ear canal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
earwaxes
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
κυψελίδα, κερί αφτιού