earwax
earwax
ɪəwæks
ievāks

Ορισμός και σημασία του "earwax"στα αγγλικά

01

κυψελίδα, κερί αφτιού

a soft yellow wax secreted by glands in the ear canal 
earwax definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
earwaxes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store