Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Earthquake
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
earthquakes
Παραδείγματα
People ran out of their homes when the earthquake started.
Οι άνθρωποι έτρεξαν έξω από τα σπίτια τους όταν ξεκίνησε ο σεισμός.
02
σεισμός, δόνηση
a disturbance that is extremely disruptive
Λεξικό Δέντρο
earthquake
earth
quake



























