dyer
dyer
daɪə
daie
dryer

Ορισμός και σημασία του "dyer"στα αγγλικά

01

βαφέας, χρωματιστής

a person who dyes or colors fabrics or materials, often as a profession 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dyers
Παραδείγματα
The dyer worked with natural dyes to color the cloth. 

Ο βαφέας εργάστηκε με φυσικές χρωστικές ύλες για να χρωματίσει το ύφασμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store