Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dustcart
01
φορτηγό απορριμμάτων, αμαξοστοιχία σκουπιδιών
a truck for collecting domestic refuse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dustcarts
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
dustcart
dust
cart



























