Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Duster
01
κουστούμι εργασίας, μακρύ παλτό
a loose coverall (coat or frock) reaching down to the ankles
02
καταιγίδα σκόνης, καταιγίδα άμμου
a windstorm that lifts up clouds of dust or sand
03
πανί για σκόνη, φτερωτό
a brush or a piece of cloth that is particularly used for removing dust from surfaces
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dusters
04
κοντινή ρίψη, προειδοποιητική ρίψη
a pitch thrown deliberately close to the batter
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
duster
dust



























