duration
Pronunciation
/ˈdʊˈɹeɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "duration"στα αγγλικά

01

διάρκεια, περίοδος

the period of time during which something continues
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

διάρκεια, περίοδος

continuance in time
03

διάρκεια, χρονική περίοδος

the property of enduring or continuing in time
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store