Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Durance
01
κράτηση, φυλάκιση
the state of being confined
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
κράτηση, φυλάκιση
LanGeek