Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Duelist
01
μονομάχος, ξιφομάχος
a person who participates in a formal fight or duel, usually to settle a dispute or challenge
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
duelists
Παραδείγματα
He was considered the greatest duelist of his time, winning countless battles.
Θεωρούνταν ο μεγαλύτερος μονομάχος της εποχής του, κερδίζοντας αμέτρητες μάχες.



























