Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dubbing
01
ντάμπινγκ, αντικατάσταση του πρωτότυπου διαλόγου
the process of replacing original recorded dialogue or sound with a new version, usually in a different language or for technical reasons, in film and video production
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
dubbing
dub



























