Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to drool
01
σάλιασμα, βγάζω σάλια
(of saliva) to flow from the mouth, usually in response to excitement or anticipation
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
drool
γ΄ ενικό πρόσωπο
drools
ενεστώτα μετοχή
drooling
απλός αόριστος
drooled
παθητική μετοχή
drooled
Παραδείγματα
The sight of the juicy watermelon made the children drool in anticipation.
Η θέα του ζουμερού καρπουζιού έκανε τα παιδιά να βγάζουν σάλια σε προσμονή.
02
σάλιασμα, σταζω σάλιο
to show strong and obvious excitement or desire for something
Intransitive: to drool over sb/sth
Παραδείγματα
She drooled over the expensive jewelry, dreaming of owning it.
Αυτή σάλιαζε πάνω από τα ακριβά κοσμήματα, ονειρευόμενη να τα κατέχει.
Drool
01
σάλιο, σάλια
saliva spilling from the mouth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02
ανοησίες, αερολογίες
pretentious or silly talk or writing
Λεξικό Δέντρο
drooler
drool



























