Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dromedary
01
δρομάδα, αραβική μονόκαμηλος καμήλα
an Arabian one-humped camel that is kept for racing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dromedaries



























