Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to drone on
01
μιλώ μονότονα, μακρηγορώ βαρετά
to speak at length in a tedious manner, often to the point of being boring or uninteresting
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
drone
ενεστώτας
drone on
γ΄ ενικό πρόσωπο
drones on
ενεστώτα μετοχή
droning on
απλός αόριστος
droned on
παθητική μετοχή
droned on
Παραδείγματα
The professor tended to drone on during lectures, making it challenging for students to stay engaged.
Ο καθηγητής τείνει να μιλάει εκτενώς και βαρετά κατά τη διάρκεια των διαλέξεων, κάνοντας δύσκολο για τους φοιτητές να παραμείνουν εμπλεκόμενοι.



























