Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to drink in
01
απολαμβάνω βαθιά, πίνω
to enjoy something deeply
Transitive: to drink in sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
drink
ενεστώτας
drink in
γ΄ ενικό πρόσωπο
drinks in
ενεστώτα μετοχή
drinking in
απλός αόριστος
drank in
παθητική μετοχή
drunk in
Παραδείγματα
Standing on the mountaintop, they drank in the breathtaking panoramic view.
Στεκόμενοι στην κορυφή του βουνού, απολάμβαναν την εντυπωσιακή πανοραμική θέα.



























