Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to drift away
01
απομακρύνομαι, αποσπώμαι
to gradually move away or become distant, often in terms of physical distance or emotional detachment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
away
βασικό ρήμα
drift
ενεστώτας
drift away
γ΄ ενικό πρόσωπο
drifts away
ενεστώτα μετοχή
drifting away
απλός αόριστος
drifted away
παθητική μετοχή
drifted away
Παραδείγματα
After college, Sarah and I drifted away as we moved to different cities and started our careers.
Μετά το κολλέγιο, η Σάρα και εγώ απομακρυνθήκαμε καθώς μετακομίσαμε σε διαφορετικές πόλεις και ξεκινήσαμε τις καριέρες μας.



























