alms
alms
ɑ:mz
αμζ

Ορισμός και σημασία του "alms"στα αγγλικά

01

ελεημοσύνη, φιλανθρωπία

money, food, or other donations given to the poor or needy as an act of charity 
alms definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
plural
not gender specific
Παραδείγματα
The kind-hearted woman regularly gave alms to the homeless in her neighborhood. 

Η καλόκαρδη γυναίκα έδινε τακτικά ελεημοσύνη στους αστέγους της γειτονιάς της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store