Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Drawing room
01
σαλόνι, καθιστικό
a room, particularly found in a large house, used for entertaining guests or relaxing
Παραδείγματα
In older homes, the drawing room was often reserved for special occasions.
Σε παλιότερα σπίτια, το σαλόνι συχνά κρατιόταν για ειδικές περιστάσεις.
02
ιδιωτικό διαμέρισμα με κουκέτες και τουαλέτα, ιδιωτική καμπίνα με κρεβάτια και τουαλέτα
a private train compartment with sleeping bunks and a toilet
Παραδείγματα
The drawing room compartment had three beds and a sink.
Το διαμέρισμα του σαλονιού είχε τρία κρεβάτια και ένα νιπτήρα.



























