drawback
Pronunciation
/ˈdɹɔˌbæk/

Ορισμός και σημασία του "drawback"στα αγγλικά

01

μειονέκτημα, μειονότητα

a disadvantage or the feature of a situation that makes it unacceptable
drawback definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
drawbacks
Παραδείγματα
Although the offer seems attractive, its drawback is the lack of flexibility.
Αν και η προσφορά φαίνεται ελκυστική, το μειονέκτημα της είναι η έλλειψη ευελιξίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store