Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Drawback
01
μειονέκτημα, μειονότητα
a disadvantage or the feature of a situation that makes it unacceptable
Παραδείγματα
Although the offer seems attractive, its drawback is the lack of flexibility.
Αν και η προσφορά φαίνεται ελκυστική, το μειονέκτημα της είναι η έλλειψη ευελιξίας.
Λεξικό Δέντρο
drawback
draw
back



























