drawback
draw
ˈdrɔ:
draw
back
bæk
bāk

Ορισμός και σημασία του "drawback"στα αγγλικά

01

μειονέκτημα, μειονότητα

a disadvantage or the feature of a situation that makes it unacceptable 
drawback definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
drawbacks
Παραδείγματα
The main drawback of working from home is the lack of social interaction. 

Το κύριο μειονέκτημα της εργασίας από το σπίτι είναι η έλλειψη κοινωνικής αλληλεπίδρασης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store