drastic
dras
ˈdrɑ:s
draas
tic
tɪk
tik
clasticelasticspasticplastic

Ορισμός και σημασία του "drastic"στα αγγλικά

01

δραστικός, ριζικός

having a strong or far-reaching effect 
drastic definition and meaning
αποδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most drastic
συγκριτικός βαθμός
more drastic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She made the drastic decision to quit her job and travel the world. 

Πήρε την δραστική απόφαση να παραιτηθεί από τη δουλειά της και να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store