to doze off
doze
dəʊz
dewz
off
ɒf
of

Ορισμός και σημασία του "doze off"στα αγγλικά

to doze off
01

κοιμάμαι ανεπαίσθητα, λαγοκοιμάμαι

to unintentionally fall asleep, especially for a short period 
to doze off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
doze
ενεστώτας
doze off
γ΄ ενικό πρόσωπο
dozes off
ενεστώτα μετοχή
dozing off
απλός αόριστος
dozed off
παθητική μετοχή
dozed off
Παραδείγματα
After a long day at work, he found himself dozing off in the cozy armchair. 

Μετά από μια μακρά μέρα στη δουλειά, βρέθηκε να κοιμάται στην άνετη πολυθρόνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store