Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to doze off
[phrase form: doze]
01
κοιμάμαι ανεπαίσθητα, λαγοκοιμάμαι
to unintentionally fall asleep, especially for a short period
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
doze
ενεστώτας
doze off
γ΄ ενικό πρόσωπο
dozes off
ενεστώτα μετοχή
dozing off
απλός αόριστος
dozed off
παθητική μετοχή
dozed off
Παραδείγματα
The gentle rocking of the train and the soft hum of the engine made the passenger doze off on the journey.
Το απαλό κούνημα του τρένου και το απαλό βουητό της μηχανής έκαναν τον επιβάτη να κοιμηθεί κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.



























