Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to downplay
01
ελαχιστοποιώ, υποβαθμίζω
to make something seem less important or significant than it truly is
Transitive: to downplay importance of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
downplay
γ΄ ενικό πρόσωπο
downplays
ενεστώτα μετοχή
downplaying
απλός αόριστος
downplayed
παθητική μετοχή
downplayed
Παραδείγματα
The manager chose to downplay the challenges the team was facing during the project.
Ο διαχειριστής επέλεξε να περιποιήσει τις προκλήσεις που αντιμετώπιζε η ομάδα κατά τη διάρκεια του έργου.
Λεξικό Δέντρο
downplay
down
play



























