Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to download
01
κατεβάζω, φορτώνω
to add data to a computer from the Internet or another computer
Transitive: to download digital data
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
download
γ΄ ενικό πρόσωπο
downloads
ενεστώτα μετοχή
downloading
απλός αόριστος
downloaded
παθητική μετοχή
downloaded
Παραδείγματα
She downloaded the app to keep track of her daily activities.
Κατέβασε την εφαρμογή για να παρακολουθεί τις καθημερινές της δραστηριότητες.
Download
01
λήψη, download
the act of copying and saving digital files, such as documents, music, or videos, from the Internet onto a computer or other electronic devices
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
downloads
Παραδείγματα
The download took longer than expected due to the slow internet connection.
Η λήψη διήρκησε περισσότερο από το αναμενόμενο λόγω της αργής σύνδεσης στο διαδίκτυο.
Λεξικό Δέντρο
download
down
load



























