Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Downfall
01
κατακρήμνιση, πτώση
the falling to earth of any form of water (rain or snow or hail or sleet or mist)
02
πτώση, αιτία της αποτυχίας
the cause or source of a person's ruin or failure
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
downfalls
Παραδείγματα
His downfall came after the financial scandal was exposed.
Η πτώση του ήρθε αφού αποκαλύφθηκε το οικονομικό σκάνδαλο.
03
πτώση, παρακμή
a sudden decline in strength or number or importance



























