down feather
down
ˈdaʊn
dawn
fea
fe
ther
ðə
dhē

Ορισμός και σημασία του "down feather"στα αγγλικά

01

πούπουλο, μαλακό φτερό

a soft, fluffy feather found beneath the tougher exterior feathers of birds 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
down feathers
Παραδείγματα
The jacket was insulated with down feathers for extra warmth. 

Το σακάκι ήταν μονωμένο με πούπουλα για επιπλέον ζεστασιά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store