to dovetail
dove
ˈdʌv
νταβ
tail
teɪl
τειλ

Ορισμός και σημασία του "dovetail"στα αγγλικά

to dovetail
01

ταιριάζω, συνδυάζομαι

to fit together in a satisfactory or suitable way 
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dovetail
γ΄ ενικό πρόσωπο
dovetails
ενεστώτα μετοχή
dovetailing
απλός αόριστος
dovetailed
παθητική μετοχή
dovetailed
Παραδείγματα
The furniture pieces were chosen to dovetail with the room’s overall decor and color scheme. 

Τα έπιπλα επιλέχθηκαν για να ταιριάζουν τέλεια με τη γενική διακόσμηση και το χρωματικό σχέδιο του δωματίου.

1.1

ταιριάζω, συνδυάζομαι

to make things fit well with each other 
Transitive
Παραδείγματα
Their schedules dovetail perfectly, allowing them to collaborate on the project seamlessly. 

Τα προγράμματά τους ταιριάζουν απόλυτα, επιτρέποντάς τους να συνεργάζονται στο έργο χωρίς προβλήματα.

01

αυλακωτή άρθρωση, άρθρωση αυλακωτή

a mortise joint formed by interlocking tenons and mortises 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dovetails

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store