Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dovetail
01
ταιριάζω, συνδυάζομαι
to fit together in a satisfactory or suitable way
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dovetail
γ΄ ενικό πρόσωπο
dovetails
ενεστώτα μετοχή
dovetailing
απλός αόριστος
dovetailed
παθητική μετοχή
dovetailed
Παραδείγματα
The furniture pieces were chosen to dovetail with the room’s overall decor and color scheme.
Τα έπιπλα επιλέχθηκαν για να ταιριάζουν τέλεια με τη γενική διακόσμηση και το χρωματικό σχέδιο του δωματίου.
1.1
ταιριάζω, συνδυάζομαι
to make things fit well with each other
Transitive
Παραδείγματα
Their schedules dovetail perfectly, allowing them to collaborate on the project seamlessly.
Τα προγράμματά τους ταιριάζουν απόλυτα, επιτρέποντάς τους να συνεργάζονται στο έργο χωρίς προβλήματα.
Dovetail
01
αυλακωτή άρθρωση, άρθρωση αυλακωτή
a mortise joint formed by interlocking tenons and mortises
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dovetails



























