to dovetail
Pronunciation
/ˈdəvˌteɪɫ/

Ορισμός και σημασία του "dovetail"στα αγγλικά

to dovetail
01

ταιριάζω, συνδυάζομαι

to fit together in a satisfactory or suitable way
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dovetail
γ΄ ενικό πρόσωπο
dovetails
ενεστώτα μετοχή
dovetailing
απλός αόριστος
dovetailed
παθητική μετοχή
dovetailed
Παραδείγματα
The new policies were crafted to dovetail with the existing guidelines, ensuring consistency across the organization.
Οι νέες πολιτικές σχεδιάστηκαν για να ταιριάζουν με τις υπάρχουσες οδηγίες, διασφαλίζοντας τη συνέπεια σε όλο τον οργανισμό.
1.1

ταιριάζω, συνδυάζομαι

to make things fit well with each other
Transitive
Παραδείγματα
His career goals and the company ’s vision dovetail, making him a valuable asset to the team.
Οι επαγγελματικοί του στόχοι και το όραμα της εταιρείας ταιριάζουν απόλυτα, κάνοντάς τον πολύτιμο για την ομάδα.
01

αυλακωτή άρθρωση, άρθρωση αυλακωτή

a mortise joint formed by interlocking tenons and mortises
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dovetails
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store