doula
dou
ˈdu:
doo
la
douradouala

Ορισμός και σημασία του "doula"στα αγγλικά

01

ντούλα, συμπαραστατική γέννας

a trained professional who offers support to pregnant individuals and their families before, during, and after childbirth 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
doulas
Παραδείγματα
During labor, the doula provides comfort and encouragement. 

Κατά τη διάρκεια του τοκετού, η ντούλα παρέχει άνεση και ενθάρρυνση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store