Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
double-edged
01
διττός, αμφίσημος
(of a comment) implying two distinct meanings
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most double-edged
συγκριτικός βαθμός
more double-edged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The article 's double-edged critique of the company's policies highlighted both its achievements and areas needing improvement.
Η αμφίθυμη κριτική του άρθρου για τις πολιτικές της εταιρείας τόνισε τόσο τα επιτεύγματά της όσο και τους τομείς που χρειάζονται βελτίωση.



























