Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
double-edged
01
διττός, αμφίσημος
(of a comment) implying two distinct meanings
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most double-edged
συγκριτικός βαθμός
more double-edged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her double-edged remark about his promotion could be interpreted as both congratulatory and subtly critical.
Η διφορούμενη παρατήρησή της για την προαγωγή του θα μπορούσε να ερμηνευτεί τόσο ως συγχαρητήρια όσο και ως διακριτική κριτική.



























