to dote
dote
dəʊt
dewt
goatvotecoattote

Ορισμός και σημασία του "dote"στα αγγλικά

to dote
01

καμακώνω, δείχνω υπερβολική αγάπη

to show excessive love or fondness toward someone or something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dote
γ΄ ενικό πρόσωπο
dotes
ενεστώτα μετοχή
doting
απλός αόριστος
doted
παθητική μετοχή
doted
Παραδείγματα
She dotes on her pet cat, showering it with affection. 

Αυτή καταχαίδεται τη γάτα της, την πλημμυρίζει με αγάπη.

02

ξεμυαλίζομαι, αποδυναμώνω διανοητικά

to be mentally weak or foolish, often as a result of old age 
Παραδείγματα
The old man began to dote, forgetting familiar faces and places. 

Ο γέρος άρχισε να παραφρονεί, ξεχνώντας γνωστά πρόσωπα και μέρη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store