Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dote
01
καμακώνω, δείχνω υπερβολική αγάπη
to show excessive love or fondness toward someone or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dote
γ΄ ενικό πρόσωπο
dotes
ενεστώτα μετοχή
doting
απλός αόριστος
doted
παθητική μετοχή
doted
Παραδείγματα
She dotes on her best friend, always being there for her through thick and thin.
Αυτή καταχαίνεται στην καλύτερή της φίλη, είναι πάντα δίπλα της στις καλές και στις κακές στιγμές.
02
ξεμυαλίζομαι, αποδυναμώνω διανοητικά
to be mentally weak or foolish, often as a result of old age
Παραδείγματα
He had begun to dote, wandering the house aimlessly.
Είχε αρχίσει να γερνάει πνευματικά, περιπλανώμενος άσκοπα στο σπίτι.



























