dotard
Pronunciation
/dˈɑːɾɑːɹd/

Ορισμός και σημασία του "dotard"στα αγγλικά

01

γέρος, μαραζών

an elderly person, often characterized by physical or mental weakness, frailty, or senility
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dotards
Παραδείγματα
The nursing home provided care and support for elderly dotards who required assistance with daily activities.
Το γηροκομείο παρείχε φροντίδα και υποστήριξη σε ηλικιωμένους που χρειάζονταν βοήθεια σε καθημερινές δραστηριότητες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store