doppelganger
do
ˈdɒ
ντο
ppel
pəl
παλ
gan
ˌgæn
γκαιν
ger
gə
γκα
doppelgänger

Ορισμός και σημασία του "doppelganger"στα αγγλικά

01

διπλότυπος, αντίγραφο

a person who closely resembles another, often referred to as their look-alike or double 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
doppelgangers
Παραδείγματα
She was amazed when she saw her doppelganger in the crowd. 

Έμεινε έκπληκτη όταν είδε τον διπλό της στο πλήθος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store