Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Doppelganger
01
διπλότυπος, αντίγραφο
a person who closely resembles another, often referred to as their look-alike or double
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
doppelgangers
Παραδείγματα
She was amazed when she saw her doppelganger in the crowd.
Έμεινε έκπληκτη όταν είδε τον διπλό της στο πλήθος.



























