donor
do
ˈdəʊ
dew
nor
dolordonar

Ορισμός και σημασία του "donor"στα αγγλικά

01

δωρητής, δότης

someone or something that gives money, clothes, etc. to a charity for free 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
donors
Παραδείγματα
The hospital honored its largest donor for contributing funds to build a new pediatric wing. 

Το νοσοκομείο τίμησε τον μεγαλύτερο δωρητή του για τη συμβολή του στην κατασκευή μιας νέας παιδιατρικής πτέρυγας.

02

δωρητής, δότης

(medicine) someone who provides biological materials for transplantation or medical procedures 
Παραδείγματα
My cousin became a kidney donor to help her brother. 

Η ξαδέρφη μου έγινε δότρια νεφρού για να βοηθήσει τον αδερφό της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store