Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to donowall
01
Αγνοώ τη δωρεά, Αποκλείω τη δωρεά
to ignore or block a viewer's donation or message during a livestream
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
DonoWall
γ΄ ενικό πρόσωπο
DonoWalls
ενεστώτα μετοχή
DonoWalling
απλός αόριστος
DonoWalled
παθητική μετοχή
DonoWalled
Παραδείγματα
She hit me with the DonoWall after I tipped $10.
Με χτύπησε με το DonoWall αφού έδωσα φιλοδώρημα 10 δολαρίων.



























