don't-know
don't
dəʊntnəʊ
dewntnew
know
dont-know

Ορισμός και σημασία του "don't-know"στα αγγλικά

01

αβέβαιοι, δεν ξέρω

someone who does not provide a definite answer for a question, particularly when being asked in a poll 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
don't-knows
Παραδείγματα
During the market research, the interviewees were divided into three groups: those in favor, those against, and the don't-knows who remained undecided on the new technology. 

Κατά τη διάρκεια της έρευνας αγοράς, οι συνεντευξιαζόμενοι χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες: αυτοί που είναι υπέρ, αυτοί που είναι κατά και οι απροσδιόριστοι που παρέμειναν απροσδιόριστοι σχετικά με τη νέα τεχνολογία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store