Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
domineering
01
αυταρχικός, δεσποτικός
showing a tendency to have control over others without taking their emotions into account
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most domineering
συγκριτικός βαθμός
more domineering
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His domineering personality made it difficult for others to express their opinions without fear of retribution.
Η δεσποτική του προσωπικότητα έκανε δύσκολο για τους άλλους να εκφράσουν τις απόψεις τους χωρίς φόβο αντεκδίκησης.
Λεξικό Δέντρο
domineeringly
domineeringness
domineering
domineer



























