domesticated
Pronunciation
/dəˈmɛstəˌkeɪtəd/

Ορισμός και σημασία του "domesticated"στα αγγλικά

domesticated
01

εξημερωμένος, κατοικιδωμένος

(of a wild animal) tamed and adapted to live with or to the benefit of humans
domesticated definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most domesticated
συγκριτικός βαθμός
more domesticated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Livestock such as cows, sheep, and goats are domesticated animals raised for food production and other purposes.
Τα ζώα όπως οι αγελάδες, τα πρόβατα και οι κατσικιές είναι εξημερωμένα ζώα που εκτρέφονται για την παραγωγή τροφίμων και άλλους σκοπούς.
02

εξημερωμένος, συνηθισμένος στην οικιακή ζωή

accustomed to home life

Λεξικό Δέντρο

undomesticated
domesticated
domesticate
domestic
domest
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store