Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
domesticated
01
εξημερωμένος, κατοικιδωμένος
(of a wild animal) tamed and adapted to live with or to the benefit of humans
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most domesticated
συγκριτικός βαθμός
more domesticated
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
animals, society, biology
Παραδείγματα
Dogs are considered domesticated animals that have been companions to humans for thousands of years.
Οι σκύλοι θεωρούνται εξημερωμένα ζώα που έχουν συντροφεύει τους ανθρώπους για χιλιάδες χρόνια.
02
εξημερωμένος, συνηθισμένος στην οικιακή ζωή
accustomed to home life
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
undomesticated
domesticated
domesticate
domestic
domest



























