Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
domesticated
01
εξημερωμένος, κατοικιδωμένος
(of a wild animal) tamed and adapted to live with or to the benefit of humans
Παραδείγματα
Livestock such as cows, sheep, and goats are domesticated animals raised for food production and other purposes.
Τα ζώα όπως οι αγελάδες, τα πρόβατα και οι κατσικιές είναι εξημερωμένα ζώα που εκτρέφονται για την παραγωγή τροφίμων και άλλους σκοπούς.
02
εξημερωμένος, συνηθισμένος στην οικιακή ζωή
accustomed to home life
Λεξικό Δέντρο
undomesticated
domesticated
domesticate
domestic
domest



























