doleful
Pronunciation
/ˈdoʊɫfəɫ/

Ορισμός και σημασία του "doleful"στα αγγλικά

01

θλιμμένος, λυπημένος

filled with grief and sorrow
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most doleful
συγκριτικός βαθμός
more doleful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His voice sounded doleful as he spoke about the loss.
Η φωνή του ακουγόταν θλιμμένη καθώς μιλούσε για την απώλεια.

Λεξικό Δέντρο

dolefully
dolefulness
doleful
dole
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store