doleful
dole
ˈdəʊl
dewl
ful
fʊl
fool
soulfulbowlful

Ορισμός και σημασία του "doleful"στα αγγλικά

01

θλιμμένος, λυπημένος

filled with grief and sorrow 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most doleful
συγκριτικός βαθμός
more doleful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The doleful wailing of the woman could be heard throughout the neighborhood as she mourned the loss of her child. 

Ο θλιμμένος θρήνος της γυναίκας ακουγόταν σε όλη τη γειτονιά καθώς θρηνούσε την απώλεια του παιδιού της.

Λεξικό Δέντρο

dolefully
dolefulness
doleful
dole
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store