dogmatic
dog
dɒg
dog
ma
ˈmæ
tic
tɪk
tik
dramaticemphaticsocraticoperatic

Ορισμός και σημασία του "dogmatic"στα αγγλικά

01

δογματικός, αμετάπειστος

convinced that everything one believes in is true and others are wrong 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dogmatic
συγκριτικός βαθμός
more dogmatic
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, cognition, communication
Παραδείγματα
His dogmatic views on politics made it difficult to have a productive conversation with him. 

Οι δογματικές του απόψεις για την πολιτική έκαναν δύσκολη μια παραγωγική συζήτηση μαζί του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

dogmatical
undogmatic
dogmatic
dogm
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store